Όλοι έχουμε έναν κακό κι έναν καλό εαυτό. Ανάλογα με τις συνθήκες, προσαρμοζόμαστε και πράττουμε αναλόγως. Αυτή είναι κι η πεμπτουσία της οξυδέρκειας. Το να «θάβεις» την επιθετικότητα σου και να εξάγεις ηρεμία και διαλλακτικότητα όταν πρέπει, όπου πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Σε επίπεδο κρατών, τα πράγματα κυλούν ,περίπου, παρόμοια. Όπως και στις διαπροσωπικές σχέσεις υπάρχουν έχθρες, εμμονές, μίση , μπλόφες, ψέμματα. Ο σκοπός αγιάζει πάντα τα μέσα κι αυτό αποτελεί τον άγραφο νόμο του παιχνιδιού. Τι συμβαίνει όμως με τις έμμονες ιδέες, το φοβικό σύνδρομο και την τάση αυτό-υποβάθμισης;

 Δύο δια μέτρου αντίθετες περιπτώσεις μπορούν να ξεδιαλύνουν ακέραια τα προαναφερθέντα.

 Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας : Είναι ένα κράτος που «φωνάζει». Ένα κράτος που,παρά τα αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία, συνεχίζει να οικειοποιείται μέρος της ελληνικής ιστορίας. Δεν διαθέτει δυνατή οικονομία , δεν διαθέτει αξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις, έχει κρίση εθνολογικής ταυτότητας και διαθέτει αλβανική μειονότητα που οψέποτε θελήσει μπορεί να διεκδικήσει την απόσχιση της. Χωρίς οι δυνατότητες και τα μέσα της να αντανακλούν τη δυναμική της ρητορικής της, δεν λείπουν τα σιδηρά, εκβιαστικά διλήμματα. Η Ελλάδα, ωστόσο, σταθμίζοντας τις δυνατότητες της και δεδομένης της υπερτερούσης οικονομικής, πολιτικής , στρατιωτικής , μορφωτικής και κοινωνικής της κατάστασης,(έπειτα από τα τραγικότατα λάθη του παρελθόντος και την απώλεια ιστορικών ευκαιριών για την εύρεση λύσης σε όλα τα θέματα που τροφοδοτούν την διένεξη) εργάζεται με σαφήνεια, νηφαλιότητα και προγραμματισμό προς τους στόχους που έχουν τεθεί. Ακόμη κι δεν είναι αυτοί που θα έπρεπε να είναι , τόσο σε επίπεδο προπαρασκευής όσο και σε επίπεδο πραγμάτωσης, υπάρχει ένα ορθό momentum στην διαδικασία κατάκτησης κι επιτυχίας των ζητουμένων.

 Τουρκία : Στο άλλο άκρο βρίσκεται η τακτική μας, όσον αφορά του γείτονες εξ’ ανατολάς. Με την ανασφάλεια να μας διακατέχει, ασκούμε πολιτικής επιδείνωσης του προβλήματος. Ο φόβος που μας κατακλύζει είναι ο παράγοντας που ουσιαστικά καταδυναστεύει την ισορροπία ισχύος ανάμεσα στις δύο χώρες. Για να προλάβουμε πολλούς καλοθελητές, πρέπει να λάβουμε ως δεδομένο πως η τουρκική οικονομία είναι πιο ισχυρή από την ελληνική κι ο πληθυσμός της είναι δυσανάλογα μεγαλύτερος, σε σχέση με τον ελληνικό. Μολαταύτα, αυτό δεν θα αποτελεί ,πάντα, το άλλοθι κάτω από το οποίο θα στεγάζονται η αδράνεια κι η έλλειψη πολιτικής βούλησης. Χαρακτηριστικό του όλου κλίματος είναι οι ρητορικές του 1996 αλλά και του 2013, που ξεκινούν από διαφορετική βάση και καταλήγουν στο ίδιο υπονομευτικό συμπέρασμα. Το 1996, μετά τα Ίμια, πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί η Ελλάδα δεν απάντησε στο θερμό επεισόδιο, ούσα δυνατή οικονομικά με εμφανή την προοπτική της Ευρωζώνης και με την Τουρκία , φυσικά εκτός ΕΕ στα σκαλοπάτια της δημοσιονομικής αρρυθμίας. Ο φόβος ήταν μια δυνητική πολεμική σύρραξη που θα ήταν άσκοπη για την Ελλάδα. Αντίστοιχα, το 2013 με την Τουρκία ,πια, στη θέση της Ελλάδας του 1996 και την Ελλάδα στο καναβάτσο, ο φόβος της ανάληψης οιασδήποτε πρωτοβουλίας που μπορεί να «ενοχλήσει» καλά κρατεί και η αποσόβηση μιας ανωφελούς πολεμικής σύρραξης ήταν,είναι και θα παραμείνει το καταληκτικό «ευαγγέλιο» .Σαφέστατα, οι τυχόν αντιδικίες δεν επιλύονται (μόνο) με συρράξεις αλλά με διαπραγματεύσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να ενέχουν το στοιχείο της χαμηλής αυτοεκτίμησης και να μην θέτουν εαυτόν εκτός αγώνα πριν ακόμη κηρυχτεί η έναρξη.

 Σαφέστατα δεν είμαστε πολεμοχαρείς και δεν είναι αυτό το διακύβευμα. Αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η διαδικασία που οδηγεί στην επίλυση των διαφορών, το ηθικό και κάτω από ποιες συνισταμένες οφείλει να κινείται η διαπραγματευτική μας δυνατότητα. Ας απεγκλωβιστούμε από τον φόβο, μένοντας ρεαλιστές έστω και για λίγο…