Η ελληνική πολιτική σκηνή δεν υπήρξε ποτέ πολυτασική εν είδει ιδεολογικής κυριαρχίας. Μπορεί τα δεδομένα να άλλαζαν ραγδαία, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 80 και του 90 το παγιωμένο ωστόσο, -εγγενές προς την ελληνική ιδιοσυγκρασία- διπολικό σχήμα παρέμενε και παραμένει αναλλοίωτο μέχρι και σήμερα. Η ελληνική πραγματικότητα γι άλλη μια φορά, δεν πελαγοδρομεί ανάμεσα σε πολλαπλές ιδεολογικές αναφορές και αναζητήσεις. Παραμένει πιστά και αδιάλειπτα καθηλωμένη στην αναζήτηση νικητή ενός διπολικού σχήματος που από τη μία εκφράζεται με το λαϊκίστικο, αριστερίστικο ντουέτο του παραλόγου και από την άλλη από μια δεξιά παράταξη που παράπαιε και επιζητoύσε την ανανέωση με φαύλο και αντιφατικό τρόπο.

Φυσικά η σοσιαλδημοκρατία απέχει συνολικά και το κοινό της είναι διάσπαρτο και αίολο. Ο κατ’ εξακολούθηση «βιασμός» του ονόματος και των αξιών της είναι το κερασάκι στην τούρτα μιας διαδικασίας εξάλειψης κάθε πολιτικού σχηματισμού που πολιτεύεται, πολιτευόταν ή θα αποπειραθεί να πολιτευθεί στο μέλλον με αυτό το διακύβευμα. Μολαταύτα, ένας ιδεολογικός χώρος δεν προσδιορίζεται απο τα πολιτικά κόμματα αλλά αντιθέτως, τα προσδιορίζει. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει άξια και ικανή πολιτική δύναμη να μπορεί να κυοφορήσει τις προσήκουσες αξίες. Η ανασύνταξη του χώρου φαντάζει η ιδεατή λύση έως τότε όμως πρέπει να αποφασίσουμε με ποιον θα ταχθούμε καθώς οι επόμενοι μήνες είναι κρίσιμοι.

Με τον ίδιο τρόπο που η σοσιαλδημοκρατία ηγεμόνευσε ιδεολογικά και πολιτικά από το 1981 έως και το 2004, με τον ίδιο τρόπο ήρθε η σειρά της να αναγνωρίσει πως δεν είναι πια η ισχύουσα πολιτική επιλογή. Είναι λογικό εξάλλου, όταν μια ιδεολογική τάση ακμάζει να αναμένει και την κατιούσα. «Δηλαδή η σοσιαλδημοκρατία πέθανε»; Με ρώτησε έντρομος ο Γ.Τ. Προφανώς δεν πέθανε καθώς καμία πολιτική επιλογή δεν πεθαίνει αν δεν την «πεθάνουν» οι υποστηρικτές της. Απλά έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου να αναγνωρίσουμε πως ο χώρος μας δεν υποστηρίζεται με παράσταση νίκης από κανένα πολιτικό φορέα τη δεδομένη στιγμή.

Τι κάνουμε λοιπόν; Κάνουμε σωστές επιλογές.

Αν ο κόσμος της υγιούς αριστεράς επιλέξει να ταχθεί με ένα κεντροδεξιό υποψήφιο δεν σημαίνει πως χάνει το στίγμα, τις αξίες και τον προσανατολισμό του. Ας είμαστε ρεαλιστές. Δεν βρισκόμαστε στο μακρινό 1980, όταν οι διαφορές της κεντροδεξιάς με την σοσιαλδημοκρατία ήταν αγεφύρωτες. Σήμερα, τα δύο ρεύματα έχουν περισσότερα να τους ενώνουν παρά να τους χωρίζουν πόσο μάλλον στην Ελλάδα όπου τα προβλήματα είναι συγκεκριμένα. Έτσι λοιπόν, έρχεται η δύσκολη ώρα των αποφάσεων.


Προσωπικά, στο δίλημμα Τσίπρας-Μητσοτάκης συντάσσομαι με το δεύτερο.


Συντάσσομαι με το δεύτερο και νομίζω πως ολόκληρος ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να κάνει το ίδιο καθώς δεν υπάρχει τίποτα που να συνδέει το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας με τον Αλέξη Τσίπρα. Η υποστήριξη σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λευκή επιταγή ή αποδοχή επ’ αόριστον. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με πολλές φατρίες μέσα στη Νέα Δημοκρατία, να «ξηλώσει» βαρονίες, να ανανεώσει τόσο πολιτικά όσο και οργανωτικά το κόμμα για να μας πείσει να τον υποστηρίξουμε και εκλογικά. Επίσης, πρέπει να χαράξει πολιτικές με προοδευτικό πρόσημο, να κάνει μεταρρυθμίσεις χωρίς εμμονικά σύνδρομα και να έχει ένα βιώσιμο σχέδιο για την επόμενη μέρα. Η κριτική ωστόσο, υποστήριξη φαντάζει αναγκαία δεδομένων των συνθηκών. Δεν ήμασταν δεξιοί ούτε σκοπεύουμε να γίνουμε απλώς πρέπει να διασφαλίσουμε πως θα απαλλαγούμε σύντομα απο το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ με κάθε κόστος καθώς η ζημιά που προκαλεί στην αριστερά είναι πολλαπλάσια της ζημιάς που προκαλεί στη χώρα.