Έπειτα από την παραίτηση της Andrea Leadsom από την κούρσα της διαδοχής για το στέμμα των Συντηρητικών στη Μεγάλη Βρετανία, η Τερέζα Μέι αποτελεί και επίσημα τη δεύτερη πρωθυπουργό στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Για δεύτερη φορά από το -όχι και τόσο μακρινό- 1979 όταν η Μαργκαρετ Θάτσερ ανέλαβε τα ηνία της χώρας, λευκός καπνός βγήκε από το νούμερο 10 της Downing Street δίνοντας το τιμόνι της χώρας σε μια άλλη σιδηρά κυρία που έλαβε -σχεδόν- την καθολική στήριξη του κόμματος της. Η πολιτικός των Τόρις, αρκετά υποσχόμενη τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων έχει να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της πραγμάτωσης του Brexit σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση του πολιτικού περιβάλλοντος στη Γηραιά Αλβιώνα που τον τελευταίο μήνα περνά τη δική της κρίση. Μολονότι είναι πολλοί αυτοί που την στηρίζουν βλέποντας στο πρόσωπο της, την αναβίωση των πειθαρχημένων πολιτικών της Θάτσερ και ενός ισχυρού Ηνωμένου Βασιλείου, αίσθηση έχουν προκαλέσει οι επιλογές της στη διανομή των χαρτοφυλακίων και κυρίως η επιλογή του Boris Johnson ως υπουργού των εξωτερικών. Μια απόφαση που μπορεί να φαντάζει αδιανόητη αλλά πολιτικά δεν είναι αβάσιμη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η Τερέζα Μέι- ή αλλιώς η Αγγλίδα Άγγελα Μέρκελ -, όπως αρέσκονται κάποιοι να την αποκαλούν, γεννήθηκε το 1956. Είναι κόρη αγγλικανού ιερέα και σπούδασε γεωγραφία στην Οξφόρδη. Έμεινε σε μικρή ηλικία ορφανή και από το 2010 έως σήμερα ήταν Υπουργός Εσωτερικών, δεύτερη μακροβιότερη σ’ αυτό το αξίωμα μετά τον Winston Churchill . Είναι αρκετά εργατική, αποτελεσματική, κυνική και δεν ανήκει στους ακραίους κύκλους των Τόριδων. Η μηδενική ανοχή της απέναντι στην ισλαμική ρητορική μίσους και συγκεκριμένα η επιμονή της στην υπόθεση Χαμζά και Γκατάμπα την έκανε αρκετά δημοφιλή και έδωσε αρκετούς πόντους στο μαχητικό προφίλ της. Μερίδα κόσμου την έχει κατηγορήσει ουκ ολίγες φορές για ακραία ρητορική όσον αφορά το μεταναστευτικό (Prevent) αλλά η ίδια δείχνει να μιλά με στοιχεία, είναι πάντοτε καλά διαβασμένη και δεν «μασάει» τα λόγια της. Η δημοφιλία της Μέι δεν περιορίζεται εντός συνόρων. Οι Βρυξέλλες έδειξαν να αντιδρούν θετικά με το ενδεχόμενο πρωθυπουργίας της καθώς είναι συνεπής σε αυτά που υποστηρίζει αλλά και σκληρή διαπραγματευτής εκεί που πρέπει. Το Παρίσι από τη μεριά του έσπευσε και αυτό να επικροτήσει την εκλογή της με κυβερνητικούς κύκλους να κάνουν λόγο για μια σοβαρή, έντιμη και ικανή πολιτικό.

Ωστόσο, αρκετή αίσθηση έχουν προκαλέσει οι επιλογές της για τα κυβερνητικά χαρτοφυλάκια. Οι επιλογές του Χάμοντ, του Φάλλον και του Ράντ στα υπουργεία των Οικονομικών, Αμύνης και Εσωτερικών αντίστοιχα, φαντάζουν φυσιολογικές καθώς και οι τρεις είναι σοβαροί πολιτικοί άνδρες που στήριξαν την παραμονή της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν αντιθέσει με τα παραπάνω, το υπουργείο του Διεθνούς Εμπορίου πέρασε στην ίσως πιο τραγελαφική και διεφθαρμένη φιγούρα της Βρετανικής πολιτικής σκηνής τον Φοξ, το υπουργείο εξωτερικών στον Μπόρις Τζόνσον πρωτεργάτη του Brexit και πρώην δήμάρχο Λονδίνου και το υπουργείο που θα είναι αρμόδιο για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο μετριοπαθή Ντέιβις. Η επιλογή ωστόσο, που ξεσήκωσε θύελλες αντιδράσεων είναι αυτή του Τζόνσον σε ένα τόσο σημαντικό πόστο όπως αυτό του Υπουργού εξωτερικών. Γιατι όμως να προβεί σε μια τέτοια κίνηση;

Με τη φυγή των Φάρατζ, Τζόνσον και Γκόουβ απο τη μάχη της επόμενης μέρας το έργο της αποδέσμευσης της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση πέφτει στα χέρια μιας -ξεκάθαρα- remainer.

Η Τερέζα Μέι είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της παραμονής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ε.Ε γεγονός που φαντάζει αρκετά αντιφατικό καθώς η πραγμάτωση του Βrexit θα λάβει χώρα από μια πολιτικό που δεν το υποστήριζε.

Με την απόφαση της να συμπεριλάβει ακραίους πολιτικάντηδες στο κυβερνητικό της σχήμα αποβλέπει σε δύο πράγματα. Πρώτον, να ικανοποιήσει το ένστικτο των ακραίων Τόριδων και δεύτερον να καταδείξει την αβελτηρία και την ανικανότητα συγκεκριμένων στελεχών του κόμματος της. Αυτή η κίνηση σίγουρα εμπριέχει αρκετό ρίσκο μολαταύτα θα καταφέρει να ξεκαθαρίσει το τοπίο, ξεγράφοντας μια και καλή τα μη δυνάμενα ακραία στοιχεία μόλις από το ξεκίνημα της θητείας της. Στην περίπτωση του Τζόνσον ισχύει και ένα ακόμη στοιχείο. Ο Τζόνσον είναι πολιτικός των ελίτ, αρκετά ματαιόδοξος και υπερ-εγωκεντρικός. Δίνοντας του ένα τόσο σημαντικό πόστο, καταφέρνει να τον ρίξει στα βαθιά με τα αποτελέσματα να φαντάζουν ήδη δεδομένα καθώς οι Βρυξέλλες τον περιμένουν εναγωνίως. Η επιλογή ωστόσο, του Ντέιβις -μετριοπαθής, σοβαρός, στήριξε την έξοδο- να ηγηθεί των συνομιλιών για την απεμπλοκή από την Ε.Ε δείχνει πως ο Μπόρις θα είναι αρκετά περιορισμένος -τουλάχιστον στην αρχή- και θα απασχοληθεί μόνο σε προσχηματικές εκδηλώσεις, όμορφα σουαρέ και πρωτοκλασσάτα γεύματα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου προσφέροντας τις γαστρονομικές και ποιητικές τους εξάρσεις δωρεάν στους εκάστοτε συνδαιτημόνες τους.

Όσον αφορά το Brexit, είναι πλήρως θεμιτό και δημοκρατικό να σεβαστούμε την ετυμηγορία του Βρετανικού λαού. Μια ετυμηγορία ωστόσο, φρούδα και επίπλαστη καθώς οι πρωτεργάτες της εξόδου εξαφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλον σε χρόνο ρεκόρ. Η έξοδος στηρίχθηκε ως πολιτική επιλογή από συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους που αργότερα απέσυραν την κηδεμονία τους από αυτήν. Συνεπώς, η ετυμηγορία μπορεί να είναι δεδομένη αλλά παραμένει απατηλή, μη εφαρμοστέα και απονομιμοποιείται από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων. Επιπροσθέτως, για να δημιουργηθεί το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο προηγήθησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. H πίστη στην αλλαγή μεσώ δημοψηφίσματος είναι το ίδιο έωλη με την πίστη στην εφαρμογή του Brexit από μία Bremainer.