Toυ Δημήτρη Ξένου

Για όποιον εκτιμά την σάτιρα, πρέπει να αναγνωρίσει πως αυτή δεν αποτελεί μια συμβατική μορφή τέχνης και διαφέρει αισθητά από την κωμωδία. Πολλές φορές θα θίξει, θα σατιρίσει και θα καυτηριάσει γεγονότα και καταστάσεις, τις οποίες οι δυσκοίλιες κοινωνίες ανά τον κόσμο, δεν είναι έτοιμες να χωνέψουν. Μπορεί ενίοτε να μην αρέσει και πολλές φορές να φέρνει σε δύσκολη και αμήχανη θέση, συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι είναι πιο ευαίσθητοι από τους υπόλοιπους. Επίσης πολλές φορές ακροβατεί σε ένα πολύ λεπτό σχοινί. Ένα οριακά τεντωμένο σχοινί στο οποίο η σάτιρα φλερτάρει με το ρατσιστικό στοιχείο. Μπορεί ακόμα να γίνει προσβλητική και να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων.

Η σάτιρα όμως έχει και όρια τα οποία πρέπει να σέβεται, έστω και αν αυτά είναι πολύ διαφορετικά από την απλή κωμωδία. Αυτός ο οποίος ασκεί την σάτιρα είναι υποχρεωμένος να θυμάται πως είναι καλλιτέχνης και καμία τέχνη δεν μπορεί να υποστηρίζει την χυδαιότητα και τον εμπαιγμό με τις ανθρώπινες ψυχές. Η σάτιρα αν και είναι προκλητική, πρέπει να κρατά τις ισορροπίες και να μην υπερβαίνει τα εσκαμμένα.

Ο Λάκης ο Λαζόπουλος, λοιπόν (η συριζαϊκή αργκό με το άρθρο ανάμεσα στα ονόματα πιστεύω πως επιβάλλει να τον αναφωνήσω έτσι) τελευταία έχει μετατρέψει μια σατιρική εκπομπή, όπως ο ίδιος θέλει να την αποκαλεί, σε μια κομματική προπαγάνδα. Δεν θα αναλωθώ σε αυτό καθαυτό καθώς δημοκρατία και ελεύθερη τηλεόραση έχουμε (;) και επ’ουδενί δεν μπορούμε να υπαγορέψουμε σε κανένα το περιεχόμενο της εκπομπής που θέλει να κάνει. Υπέπεσε όμως σε ένα τεράστιο λάθος την περασμένη Τρίτη που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο. Επιδιώκοντας μανιωδώς να ικανοποιήσει με τον πιο χυδαίο τρόπο τα πρωτόγονα ένστικτα του φανατισμένου του πόπολου θεώρησε δόκιμο να προσβάλει ευθέως οποιοδήποτε άτομο με αναπηρία. «Όταν ένας άνθρωπος είναι καθηλωμένος σε μια καρέκλα, σιγά σιγά το μυαλό του καθηλώνεται και σε μια ιδέα» είπε ο γνωστός τηλε-ευαγγελιστής.

Προφανώς δεν αναλογίσθηκε ποτέ την θύελλα αντιδράσεων που θα ξεσήκωνε αυτή η δήλωση, ή μπορεί και να μην τον ένοιαξε στην τελική. Γνωρίζει πολύ καλά, πως το κοινό του δεν θα απογοητευθεί και δεν θα του γυρίσει την πλάτη για μια άτυχη στιγμή, στις τόσες μαγικές που του έχει χαρίσει. Προσωπικά δεν μου προκάλεσε την παραμικρή εντύπωση το συγκεκριμένο περιστατικό. Ένα από αυτά που μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η έντονη κινητικότητα των «ευαίσθητων» των social media. Ο Λάκης ο Λαζόπουλος έχει στηρίξει ένα μεγάλο μέρος της καριέρας του πάνω σε ηλίθια αστειάκια για τους ομοφυλόφιλους διαμορφώνοντας εν μέρει τη στερεοτυπική αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας για αυτούς. Ποτέ και κανείς δεν θίχτηκε από αυτό και είναι ένα ακόμα γεγονός, που ενισχύει την άποψη μου περί βραβείου υποκρισίας στην ελληνική κοινωνία.

Είναι καλή και θεμιτή λοιπόν η κριτική απέναντι στο πρόσωπο του αλλά η ύπαρξη και η χρόνια επιβίωση της κάθε τηλεπερσόνας τύπου Λάκη και του εκάστοτε Λάκη οφείλεται στην τηλεθέαση που σημειώνει. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτά ο τηλεπαρουσιαστής και αν κρίνουμε από τα νούμερα που σημειώνει ο συγκεκριμένος μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει γιατί έχει τόσο μεγάλη απήχηση και βρίσκεται χρόνια στο απυρόβλητο. Η μεγάλη τηλεθέαση που σημειώνει τόσα χρόνια αλλά και το κοινό που πάει να παρακολουθήσει ζωντανά την εκπομπή δείχνει ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κόσμου, η οποία επικροτεί και συμμερίζεται τις απόψεις του. Δεν γελάει μόνο με τα αστεία του, δεν συμφωνεί μόνο με τις πολιτικές του πεποιθήσεις αλλά συμφωνεί και με τέτοιου είδους ακραίες τοποθετήσεις.

Είναι χιλιάδες αυτοί που θα τρέξουν να τον υπερασπιστούν και να πουν πως δεν εννοούσε όλα τα άτομα με αναπηρία αλλά αποκλειστικά τον Σόϊμπλε. Άλλοι θα πουν πως «ναι ήταν χοντρό αυτό που είπε αλλά άδικο έχει για τον συγκεκριμένο;». Αυτές οι δυο ομάδες αποδεικνύουν την χυδαιότητα που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία στην οποία όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα αλλά τους ξεχωρίζουμε ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους. Υπάρχουν καλοί ανάπηροι, που δεν αστειευόμαστε για αυτούς και υπάρχουν και κακοί ανάπηροι, που επειδή δεν συμφωνούν με την κομματική γραμμή που μας υπαγορεύει ο Λάκης, μπορούμε να τους υβρίζουμε και να τους προσβάλλουμε ασύστολα.

Ο Λάκης λοιπόν δεν θα απογοητευτεί ούτε θα αλλάξει επειδή η συγγνώμη του δεν έγινε αποδεκτή ή επειδή αντέδρασαν όσοι εξαρχής δεν ήταν με το μέρος του. Θα συνεχίσει να αποκαλεί τον Σόϊμπλε μετενσάρκωση του Χίτλερ σε καροτσάκι αφού στόχος του είναι να διατηρήσει το φανατισμένο του κοινό και όχι να το επιμορφώσει. Θα απογοητευτεί ακράδαντα όμως αν στις επόμενες εκπομπές το θεατράκι έχει άδειες θέσεις και τα νούμερα τηλεθέασης είναι όλο και πιο χαμηλά. Η αποδυνάμωση και η αποδόμηση τέτοιων προσώπων μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της απαξίωσης. Μια συζήτηση με λογική, αριθμούς και επιχειρήματα είναι καταδικασμένη εξαρχής όταν η απέναντι πλευρά θα χρησιμοποιήσει την αγαπημένη τέχνη των μαζών. Την τέχνη του συναισθήματος και της δικαίωσης του λαϊκού αισθήματος.