H Όλγα Αλεξοπούλου, ζωγράφος, γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε στην Οξφόρδη και τώρα ζει στην Κωνσταντινούπολη, η οποία την κέρδισε ακαριαία:  «Υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρά της που σε μαγεύει. Για μένα δεν υπήρχε ποτέ δίλημμα Αθήνα ή Πόλη, γιατί ο καθένας μας το οφείλει στον εαυτό του να ταξιδέψει και να βρει ποια πόλη του ταιριάζει καλύτερα».

Η ίδια φιλοτέχνησε μια τεράστια και πανέμορφη τοιχογραφία στον Πειραιά, η οποία έχεις να μας πει πολλά: 

«Ο Πειραιάς φέτος έχει επιλεχθεί να είναι το Ευρωπαϊκό λιμάνι του 2015. Εξ αυτού ο Δήμος ζήτησε από το Λιμάνι της Αγωνίας – μια τρομερή ομάδα που εθελοντικά καλυτερεύει τον Πειραιά – να τους προτείνει μια εικαστική πρόταση. Έτσι προέκυψε η δική μου τοιχογραφία. Μου πήρε 11 μέρες πάνω στην σκαλωσιά και τελικά τελείωσε με μεγάλη ευχαρίστηση. Πρόκειται για μια θαλασσογραφία σε ένα από τα πιο ιδανικά μέρη όσον αφορά τη θέα της θάλασσας. Αλλά η κυρίως φιγούρα έχει δεμένα τα μάτια της. Γιατί θα ρωτήσετε. Για να μας θυμίζει να τραβήξουμε ό,τι μας εμποδίζει από το να θαυμάσουμε τη θέα. Πολλές φορές δεν εκτιμούμε τι υπάρχει γύρω μας. Αυτό έρχεται να το τονίσει και το χρυσό κύμα της τοιχογραφίας. Το χρυσό που ψάχνουμε μπορεί να είναι πολλά πράγματα, από το ένα όμορφο κύμα της θάλασσας μέχρι ένα συναίσθημα, για αυτό και το χρυσό της τοιχογραφίας αλλάζει ανάλογα με το φως του ήλιου καθ’όλη την ημέρα και τελικά μετά το ηλιοβασίλεμα, την ώρα που οι Γάλλοι ονομάζουν «η ώρα του μπλε» εξαφανίζεται εντελώς για 20 λεπτά περίπου.»

6

Μάλιστα, τον Ιούλιο η Όλγα Αλεξοπούλου, έχει προσκληθεί στην Σουηδία για μια καινούργια μεγάλη τοιχογραφία.

Ως γνήσιο τέκνο στο χώρο των εικαστικών, είναι από τους πιο κατάλληλους για να δει σε τι υστερεί η χώρας μας σε αυτό τον τομέα: «Σίγουρα το γεγονός οτι η οικονομία μας είναι σε αυτά τα χάλια δεν βοηθάει… παρόλαυτα η χώρα μας νομίζω αποδεικνεύει οτι παρά τις σκληρές αντιξοότητες συνεχίζει να παράγει και να δραστηριοποιείται. Το οτι έρχεται ας πούμε η έκθεση Documenta στην Αθήνα το 2017 είναι και αυτό ένα ακόμα σημάδι οτι η χώρα μας δεν υστερεί. Πέρα από αυτό, βλέπω τα νέα παιδιά πως παρακολουθούν τα της τέχνης. Μπορεί να μην έχουν δουλειά, αλλά κρατάνε το μυαλό τους κοφτερό μέσα από την τέχνη και της διάφορες μορφές της».

Της ζητάω να διαλέξει τη ζωγραφική ή το γκράφιτι. Μου απαντά τη ζωγραφική, «γιατί μπορώ να την κάνω όντας μόνη μου στο στούντιο μου, το οποίο προτιμώ από το να ζωγραφίζω μπροστά σε κοινό. Επίσης στην μικρή κλίμακα της Ζωγραφικής μπορεί κανείς να αναπτύξει τεχνικές και υλικά που δεν γίνεται στην τεράστια κλίμακα του γκράφιτι».

526911_10151883994933120_855040813_n

Και κάπου εδώ, η συζητήση πηγαίνε στα όχι και τόσο καλαίσθητα γκράφιτι που βλέπουμε στους δρόμους, καθώς και για την επέμβαση των αρχών: 

Κάτι που είναι καλαίσθητο για μένα, μπορεί να μην είναι για τον διπλανό. Τα κριτήρια είναι σίγουρα υποκειμενικά. Αυτό όμως που δεν είναι υποκειμενικό είναι να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τα κίνητρα του κάθε «καλλιτέχνη». Και αυτό είναι εύκολο. Γιατί το κίνητρο κάποιου που θα πάρει ένα μαύρο σπρέι και θα σχηματίσει μια σβάστικα πάνω στο μνημείο των Εβραίων Ελληνίδων μητέρων είναι συγκεκριμένα. Και τα κίνητρα κάποιου άλλου που θα πάρει χρώματα και θα βάψει έναν ξεχασμένο βρόμικο τοίχο, είναι επίσης συγκεκριμένα.

Ρωτάω πάντα, όλους τους καλλιτέχνες, αν τελικά η Τέχνη σε οποιαδήποτε μορφή μπορεί να σώσει τον κόσμο. Και κάθε απάντηση που παίρνω είναι διαφορετική: «Η ομορφιά που βρίσκει ο καθένας μας στα διαφορετικά έργα Τέχνης, μπορεί να κάνει τη ζωή μας καλύτερη».