«Σου έχω μια κοπέλα που λέει τις Νύχτες Μαγικές του Τσιτσάνη, όπως δεν το έχεις ξανακούσει», είπε η φωνή στην άκρη της γραμμής. Ήταν η πρώτη μέρα μετά την επιστροφή στη δουλειά από τις διακοπές του Πάσχα, όταν γυρνώντας από τη δουλειά έλαβα ένα τηλέφωνο από τον φίλο Χ., με τον οποίο μοιραζόμαστε κοινά πάθη για το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι. «Σου στέλνω link στο Facebook», είπε ο Χ., ακούγοντας την δική μου επιφυλακτική επιβεβαίωση. Σκεφτόμουν πως είναι απλά ένας νέος ενθουσιασμός του Χ, μέχρι που πάτησα το link και άκουσα αυτό:

Το ένα κλικ έφερε το άλλο. Αναζητήσεις στο Youtube, αναζητήσεις στο Spotify και ένα χαμένο τελευταίο λεωφορείο. Και κάπου ανάμεσα στον μακρύ δρόμο της επιστροφής, το αίσθημα της εύρεσης ενός θησαυρού που θα συνοδεύει από εδώ και στο εξής τα ατελείωτα ταξίδια προς και από τη δουλειά.

Αυτό το τηλεφώνημα ήταν η αφορμή να γνωρίσω, χωρίς η ίδια να το ξέρει, την Ανατολή Μαργιόλα. Όταν εξάντλησα όλες της πληροφορίες που μπορούσε να μου δώσει το Google για εκείνη, αποφάσισα να αναζητήσω το όνομά της στο Faceboοκ. Θα περίμενε κανείς να δει ένα προφίλ «πολυσύχναστο», με μερικούς χιλιάδες followers και αναρτήσεις που αφορούν την προώθηση της προσωπικής της δουλειάς. «Δεν ασχολούμαι σχεδόν καθόλου με τα Social Media», μου είπε όταν συναντηθήκαμε ένα απόγευμα Παρασκευής για την συνέντευξη. «Σπάνια θα ανεβάσω δική μου δουλειά. Το πολύ-πολύ καμία φωτογραφία με φίλους όταν έρχονται να με δουν που τραγουδάω». Αν και τα social media δεν είναι του «ρεπερτορίου» της, εξομολογήθηκε πως η συμμετοχή της στο soundtrack της Ταινίας «Νοτιάς» του Τάσου Μπουλμέτη, έγινε εμμέσως μέσα από αυτά: «Με βρήκε η Ευανθία Ρεμπούτσικα μέσα από τα video που κυκλοφορούν στο Youtube. Έψαξε, βρήκε το τηλέφωνό μου και μου είπε να γράψουμε το κομμάτι, όπως και έγινε. Στο CD που περιλαμβάνει το soundtrack του «Νοτιά», η Ανατολή ερμηνεύει το κομμάτι «Μην Ξαναγυρνάς». Κάθε φορά που το ακούς, μαγεύεσαι χωρίς να το θέλεις.

«Τι θα πούμε;» με ρώτησε εμφανώς αγχωμένη, όταν γνωριστήκαμε από κοντά για την συνέντευξη. Ήταν η πρώτη της, όπως μου είπε. «Τέτοια φωνή και να μην έχει δώσει ούτε μια συνέντευξη;», αναρωτήθηκα και αμέσως χαμογέλασε. Η συνέντευξη έγινε στο σαλονάκι, όπου κάθισε αμήχανη και μαζεμένη στην πολυθρόνα. Ο πάγος έσπασε με τις πρώτες ερωτήσεις.

«Ανατολή» από την Γιαγιά. Μεγάλωσε στην Καβάλα και μπήκε στα «βάσανα» από πολύ μικρή. Παιδί μεσοαστικής οικογένειας, δέχθηκε την απλόχερη βοήθεια των γονιών της, όπως μαρτυρά. Οι γονείς είχαν ανακαλύψει το ταλέντο από μικρή ηλικία. «Μου έφερναν αρκετούς δάσκαλους στο σπίτι, αλλά βαριόμουνα απίστευτα και τα παράταγα γρήγορα», μου είπε. Τα πρώτα της βήματα τα ξεκίνησε σε έναν τοπικό σύλλογο στην Καβάλα, όπου ο πατέρας της -ως ερασιτέχνης κλαρινίστας- την παρότρυνε να παρακολουθήσει μαθήματα παραδοσιακής μουσικής. «Εκεί ερωτεύτηκα την παραδοσιακή μουσική, όπου γνώρισα και ένα σχήμα που είχαν φτιάξει κάποια παιδιά. Από εκεί ξεκίνησα τα πρώτα μου βήματα». Aπό τα 15 της ξεκίνησε τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα, τοπικά, σε διάφορα πανηγύρια και εκδηλώσεις. Φυσικά, όλα αυτά χάρη στη στήριξη των γονιών της, που δεν παραλείπει να μου πει πόσο αγαπά. «Μου χρωστάς πολλές βενζίνες», της λέει ακόμα ο πατέρας της, που ήταν δίπλα της στα πρώτα της βήματα στο τραγούδι.

Η αγάπη της για την παραδοσιακή μουσική την οδηγεί στο τμήμα λαϊκής τέχνης του ΤΕΙ Άρτας, όπου πήρε και τις βασικές μουσικές γνώσεις για την μέχρι τώρα πορεία της. Εκεί γνωρίστηκε με «εξαιρετικούς», όπως τους χαρακτηρίζει, μουσικούς, με τους οποίους στη συνέχεια συνεργάστηκε.

Η συζήτησή μας πήγε στον λόγο που την «γνώρισα», που δεν ήταν άλλος από την ερμηνεία του κομματιού «Νύχτες Μαγικές» στην ταινία «Ουζερί Τσιτσάνης». «Μία μέρα», εξομολογείται, «χτυπάει το τηλέφωνό μου. Ήταν η Γιώτα Νέγκα. Μου είπε πως ο Θέμης Καραμουρατίδης ετοιμάζει μία διασκευή των τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη για τις ανάγκες μίας ταινίας. Δέχθηκα, γνώρισα τον Θεμη και μετά από μία εβδομάδα πήγα από το studio και γράψαμε». Όπως λέει η ίδια, οι απαιτήσεις του Θέμη Καραμουρατίδη ήταν υψηλές. Το μεγάλο στοίχημα για τον γνωστό συνθέτη, ήταν να αναπαραστήσει όσο το δυνατόν πιο πιστά τους ήχους της εποχής εκείνης, τόσο στα όργανα όσο και στις φωνές. «Εγώ είχα συνηθίσει να κάνω γυρίσματα, να σου πω την αλήθεια, αλλά ο Θέμης δεν με άφηνε», μου είπε γελώντας.

Μπορεί η φωνή της να θυμίζει κάτι από τις μεγάλες λαϊκές τραγουδίστριες παλαιάς κοπής, ωστόσο η Ανατολή βγάζει μία απρόσμενη πραότητα και ταπεινότητα. «Είσαι ρεμπέτισσα;» την ρώτησα; «Όχι», μου απάντησε. «Λαϊκή τραγουδίστρια, αλλά με μεγάλη αγάπη για το παραδοσιακό και το ρεμπέτικο». Η επιβεβαίωση πως πρόκειται για έναν άνθρωπο με μεγάλη δόση μετριοφροσύνης, ήρθε όταν την ρώτησα αν θα έλεγε «Ναι» στο ενδεχόμενο να τραγουδήσει σε μία από τις λεγόμενες «mainstream» μεγάλες αθηναϊκές πίστες. Απάντησε ορθά-κοφτά «Όχι». Δεν είναι ούτε του γούστου της ούτε του χαρακτήρα της, αν και ακούει τέτοιου είδους μουσική, όπως μου είπε, χαμογελώντας.

maxresdefaultΠαρά το νεαρό της ηλικίας της, έχει πολλές καλές συνεργασίες. Μανώλης Πάππος, Βαγγέλης Κορακάκης, Γιώργος Νταλάρας και πολλοί άλλοι είναι μόνο μερικοί από τους σπουδαίους καλλιτέχνες που έχει συνεργαστεί. Για το καλοκαίρι του 2016, ετοιμάζεται για άλλη μία μεγάλη συνεργασία, σε μία σειρά συναυλιών με την Ευανθία Ρεπούτσικα.

«Με την πολιτική ασχολείσαι;» Την ρώτησα.

«Καθόλου. Δεν παρακολουθώ ούτε ειδήσεις, ούτε το τί συμβαίνει. Μόνο τα πολύ τρανταχτά που διαβάζω από μερικά site. Δεν πήγα καν να ψηφίσω. Συγκυριακά μεν, αλλά δεν νομίζω οτι θα ξαναπάω. Είμαι πολύ απογοητευμένη από ό,τι ακούω, διαβάζω και βλέπω.»

Έχει πεθάνει το ρεμπέτικο;

«Θα σου πω. Τις δύο δεκαετίες που μας πέρασαν δεν είχαμε κάτι το τρομερό. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια βλέπω το ρεμπέτικο να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του. Το συζητούσα και με τους φίλους μου πρόσφατα. Δεν θυμάμαι άλλη εποχή όπου να υπάρχουν τουλάχιστον 10 καλά μέρη στην Αθήνα να ακούσεις ρεμπέτικο. Και φυσικά, τραβάει πολλούς νέους. Βλέπεις παιδιά 18 και 19 χρονών να πιάνουν το μπουζούκι και να κάνουν θαύματα. Είναι πολύ μεγάλη η τάση που έχει το ρεμπέτικο στη νέα γενιά».

Το ρεμπέτικο όχι μόνο δεν έχει πεθάνει, αλλά προσελκύει όλο και περισσότερους νέους.

«Υπάρχουν άνθρωποι», προσθέτει «που έχουν πάρα πολλά να προσφέρουν στο ρεμπέτικο τραγούδι. Νέοι άνθρωποι. Για παράδειγμα οι Ρεμπετιέν. Παίζουν Μάρκο Βαμβακάρη και νομίζει πως το τραγούδι γράφτηκε χθες. Είναι εξαιρετικό συγκρότημα και -γενικά- υπάρχουν πολλές τέτοιες προσπάθειες από νέους ανθρώπους».

Οι επιρροές από τους μεγάλους

«Λατρεύω την Πόλι Πάνου» μου είπε, αλλά προσπαθεί να μην την μιμείται στον τρόπο που ερμηνεύει. Όταν θέλει να πει ένα τραγούδι της, ακούει 1-2 φορές την μελωδία του και μετά προσπαθεί να το φέρει στα δικά της μέτρα. Το αγαπημένο της κομμάτι, ωστόσο, είναι του Μανώλη Χιώτη. «Σκότωσέ με, δεν μπορώ χωρίς εσένανε να ζήσω», σιγοτραγούδησε και αμέσως θυμήθηκα για πιο τραγούδι μιλά. Ένα από τα μεγαλύτερα κομμάτια του μεγάλου αυτού μουσικού. Από τους «μεγάλους», που έχουν φύγει θα ήθελε να γνωρίσει τον Άκη Πάνου και να τραγουδήσει τα τραγούδια του. «Δεν κλαίω που φεύγεις», «Η πιο μεγάλη ώρα» και πολλά άλλα κομμάτια την γοητεύουν και της αρέσει να τα τραγουδά. Φυσικά, δεν παραλείπει να μιλήσει με τα πιο ένθερμα λόγια για τον -επί 8 χρόνια συνεργάτη της- Μανώλη Πάππο. «Είναι από τους μεγαλύτερους μπουζουκτσήδες εν ζωή», αναφέρει, «και είναι τιμή μου να είμαι μαζί του».

Τα σχέδια

Τον τελευταίο καιρό, η Aνατολή ετοιμάζει τον πρώτο της δίσκο σε συνεργασία με τον φίλο και συνεργάτη της, Δημήτρη Σίντο. «Στα κομμάτια δεν θα ακούσεις σχεδόν καθόλου μπουζούκι, εκτός από πολύ λίγες εξαιρέσεις», μου είπε και παραξενεύτηκα. Τα κομμάτια θα έχουν πολλές επιρροές από την παραδοσιακή μουσική της Βόρειας Ελλάδας, ωστόσο είναι «φρέσκο πράγμα, μοντέρνο», όπως λέει και η ίδια, κάτι στο οποίο -όσοι την ακούνε- δεν την έχουν συνηθίσει. Στον δίσκο θα μπει και ένα κομμάτι του αδερφού της του Αχιλλέα, που είναι, όπως αναφέρει, εξαιρετικός μουσικός.

Αν λοιπόν μερικοί θεωρούν ότι το λαϊκό τραγούδι σιγοσβήνει στο πέρασμα του χρόνου και δύει λόγω των «καιρών», κάνουν λάθος. Το λαϊκό τραγούδι έχει την δική του «Ανατολή». Το μόνο σίγουρο είναι πως καλλιτέχνιδες σαν την Ανατολή Μαργιόλα, έχουν έρθει για να μείνουν, να δημιουργούν και να μας θυμίζουν  ταυτόχρονα όλα τα μεγάλα κομμάτια εμείς φάλτσα ψελλίζουμε, αραιά και που.